πέπεισμαι


πέπεισμαι
я убеждён, уверен

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πέπεισμαι" в других словарях:

  • πέπεισμαι — πείθω persuade perf ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέπεισμ' — πέπεισμαι , πείθω persuade perf ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πείθω — Θεά των αρχαίων Ελλήνων. Αρχικά τη θεωρούσαν θεά του έρωτα και του γάμου και όχι προσωποποίηση της παντοδύναμης και πολύπλευρης δύναμης του λόγου. Λατρευόταν ως ιδιαίτερη θεά ή ως βοηθός άλλων θεοτήτων, όπως της Αφροδίτης, του Πόθου, του Ίμερου,… …   Dictionary of Greek